Στο επεισόδιο ακούστηκαν τα μουσικά κομμάτια: Drunken Walls – Panos Birbas x Nandia Pithara, Dashurinë që kam për ty – Efijeni Kokedhima & Ali Luca
Δέκα χρόνια πριν, ένας πολύ αγαπημένος άνθρωπός μου μού κάνει δώρο ένα βιβλίο, Zoo or Letters Not About Love από τον Βίκτορ Σκλόφσκι, που δεν τον ήξερα μέχρι τότε. Στα ελληνικά ο τίτλος θα ήταν «Ένας ζωολογικός κήπος ή Γράμματα που δεν είναι για αγάπη».
Δεν είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο, είναι απλά κάποια γράμματα που ο Βίκτορ Σκλόφσκι έγραψε στην Έλσα Τριολέ. Είχαν φύγει από τη Ρωσία για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, όπως πολλοί άλλοι καλλιτέχνες της εποχής τους, και είχαν πάει στο Βερολίνο. Είμαστε στο Βερολίνο του ’20 και ο Βίκτορ την ερωτεύεται.
Ξεκινάει να γράφει γράμματα με πολύ παθιασμένο τρόπο. Της λέει πόσο πολύ την αγαπάει, πόσο πολύ τη σκέφτεται, αλλά κάπως τα γράμματά του ξεκινάνε να παίρνουν μια τραγική φύση. Γίνονται πολύ έντονα και γίνονται στενάχωρα, είναι σαν να κλαίνε.
Η Έλσα, όμως, δεν έχει αυτόν τον χαρακτήρα. Είναι μια γυναίκα που είναι καλλιτέχνις, οπότε είναι πολύ ζωηρή. Θέλει να μη νιώθει εγκλωβισμένη και του ζητάει, αν θέλει ο Βίκτορ να συνεχίζει να της γράφει, να μη γράφει πια για αγάπη.
Οπότε ο Βίκτορ λέει: «Μου απαγόρευσες να σου γράφω για αγάπη, οπότε θα σου γράψω για τον καιρό». Και έτσι ξεκινάνε μια σειρά από γράμματα που είναι για τα πάντα. Είναι για τον καιρό στο Βερολίνο, είναι για τους δρόμους, είναι για τα πάρκα, για τα μαγαζιά, για τους φίλους, για τους ανθρώπους που ξέρουν και οι δύο. Πάντα, όμως, καταλήγει να γράφει για την αγάπη.
Πρέπει να πω ότι σε αυτή την περίοδο όλη αυτή η κοινότητα από Ρώσους που είχαν φύγει από τη Ρωσία… είχαν πάει να μείνουν όλοι γύρω από τον ζωολογικό κήπο. Απλά ήταν πιο φθηνά εκεί. Και οι ιστορίες που είναι σε αυτά τα γράμματα είναι ιστορίες από καλλιτέχνες που δύσκολα τα βγάζουν πέρα. Και έχει κάποια στοιχεία σε αυτά τα γράμματα, που ο Βίκτορ περιγράφει πώς ακόμα και τα ρούχα ξεκινάνε να του κάθονται μεγάλα, γιατί πεινάνε.
Όντως πεινάνε, δουλεύουν δύο και τρεις δουλειές και τους λείπει… Είναι αυτή η αίσθηση τού να σου λείπει κάτι που είναι και γελοίο να σου λείπει. Τους λείπει το κρύο της Ρωσίας.
Εγώ είχα ξαναπάει στο Βερολίνο, είχα μια ιδέα της πόλης. Περπατάω πάρα πολύ, οπότε την είχα περπατήσει και αυτή την περιοχή γύρω γύρω από το Tiergarten. Έτσι λέγεται αυτή η περιοχή. Αλλά διαβάζω αυτό το βιβλίο και κάπως η ιδέα για αυτή την πόλη αλλάζει στο μυαλό μου, γίνεται πιο ονειρική, κάπως αλλάζουν και οι γωνίες και νιώθω ότι αυτό το βιβλίο πρέπει να το μοιραστώ με τον φίλο μου. Ήταν ο κολλητός μου φίλος τότε. Του δίνω το βιβλίο. Το έχω λίγο σαν το δικό μου τελετουργικό: του δίνω το βιβλίο, τα μοιράζομαι γενικά, ζητάω να κρατάνε σημειώσεις και να μου τα επιστρέφουν με τις σημειώσεις τους.
Το είχαμε ξανακάνει πριν. Του το δίνω, ξεκινάει να το διαβάζει και μου εκφράζει ότι, ναι, έχει κάτι πολύ ευαίσθητο και, έτσι όπως το διαβάζει, έχουμε μια πολύ ζεστή επικοινωνία μαζί. Μετά από δύο μήνες ο φίλος μου εξαφανίζεται. Εξαφανίζεται, εξαφανίζεται. Του γράφω και δεν μου απαντάει και κάπως νιώθω ότι κάτι έχει γίνει.
Προσπαθώ να καταλάβω τι έχει γίνει. Μήπως έχω πει κάτι; Γιατί να χαλάσει μια τόσο στενή σχέση δέκα χρόνων; Δεν κατάλαβα τίποτα. Προσπαθούσα να βρω ένα νόημα και στην αρχή ήμουν απλά πάρα πολύ στεναχωρημένη. Να χάνεις έναν φίλο τόσο στενό, λες και είχε πεθάνει, γιατί δεν μου απαντούσε σε τίποτα και δεν τον έβρισκα πουθενά.
Ήταν όντως μια πάρα πολύ δυνατή αίσθηση. Και από στεναχώρια αυτή η αίσθηση ξεκινά να αλλάζει και γίνεται εκνευρισμός. Ήμουν εκνευρισμένη που δεν μου απαντούσε και ένιωθα άσχημα.
Ήθελα να γίνω κι εγώ λίγο ξινή μαζί του. Γράφω ένα μήνυμα που είναι πάρα πολύ επίσημο, τύπου «ελπίζω να είσαι καλά και η ζωή σου να είναι καλά. Σου γράφω αυτό το μήνυμα να μου επιστρέψεις ένα βιβλίο». Και δεν απαντάει. Ο φίλος μου δεν απαντάει ποτέ. Εγώ δεν το άφησα εκεί. Λέω στη μαμά μου: «Σε παρακαλώ, μίλα στον πατέρα του, γιατί μου έχει πάρει ένα βιβλίο και δεν μου το επιστρέφει». Η μητέρα μου, που έχουμε οικογενειακούς δεσμούς, δεν ήξερε ότι δεν μιλούσαμε και κάπως το παίρνει λίγο στραβά, αλλά μου λέει: «Οκ, θα του πω εγώ».
Μιλάει στον πατέρα του, του λέει «σε παρακαλώ να γυρίσει το βιβλίο στην Ιφιγένεια». Κι εγώ είμαι σίγουρη πως κάτι θα γίνει, και δεν γίνεται τίποτα.
Και λέω «θα το βρω αυτό το βιβλίο, δεν θα χαθεί ο κόσμος, θα πάω σε ένα βιβλιοπωλείο». Παίρνω το αμάξι μου και πάω σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο στα Τίρανα. Έμενα στα Τίρανα τότε. Ψάχνω το βιβλίο και δεν είναι. Πάω σε ένα άλλο βιβλιοπωλείο. Δεν είναι. Μπαίνω στο Amazon, είναι εκτός παραγωγής, εκτός έκδοσης.
Εγώ έψαχνα τον φίλο μου. Δηλαδή αυτό που είχα, που ήθελα να βρω αυτό το βιβλίο, κάπως με έκανε να νιώθω και χαρούμενη που δεν το έβρισκα, γιατί ήταν ένας λόγος να ξαναμιλήσω στον φίλο μου που δεν μου απαντούσε ποτέ.
Δηλαδή ήταν μια περίεργη κατάσταση στο συναισθηματικό. Ήταν σαν μια γέφυρα, ότι μέσα από αυτό το βιβλίο έχω πάντα έναν λόγο να του γράφω και δεν του γράφω, αλλά τον κρατάω στο μυαλό μου.
Έπρεπε να βρω το βιβλίο, είχα κολλήσει πάρα πολύ, γιατί εγώ έχω αυτή την ανάγκη να διαβάζω ένα βιβλίο που μου αρέσει πάρα πολύ και εκατό φορές, μέχρι να μη νιώθω τίποτα. Δηλαδή νιώθω ότι πρέπει να το μεταβολίσω, να το βγάλω από τον εαυτό μου, όταν όντως αγαπάω κάτι.
Και δεν το βρίσκω και λέω «it’s ok, όταν πάω Βερολίνο θα το αγοράσω εκεί».
Και πηγαίνω Βερολίνο τέσσερα χρόνια μετά. Πηγαίνω σε ένα πάρα πολύ ωραίο βιβλιοπωλείο που το είχα συγκρατήσει από την πρώτη φορά που είχα πάει. Είναι ακριβώς κάτω από τον σταθμό του τρένου.
Πηγαίνω στη λογοτεχνία. Σίγουρη πως θα το βρω στη ρωσική λογοτεχνία. Τίποτα. Τίποτα. Και ξεκινάει να γίνεται γελοίο αυτό το πράγμα, γιατί νιώθω λες και αυτό το βιβλίο υπάρχει μόνο στο σπίτι του φίλου μου, που δεν μου μιλάει, και όντως δεν ήξερα τι να κάνω με αυτό το πράγμα, γιατί είχα κολλήσει. Δεν ήταν πια μια ανάγκη για λογοτεχνία. Ήταν ένα κόλλημα. Δεν το βρίσκω όντως και γυρνάω.
Επιστρέφω στην Αθήνα.
Στην Αθήνα πηγαινοέρχομαι για τέσσερα χρόνια και αυτά τα τελευταία τέσσερα χρόνια… το σπίτι μου είναι παντού και πουθενά. Γι’ αυτό μου είναι πολύ σημαντικό να έχω κάποια πράγματα, μικροπράγματα, που τα έχω πάντα μαζί μου, δηλαδή: το διαβατήριό μου, δύο βιβλία, κάποια γράμματα και κάποιες ζωγραφιές, που απλά είναι στην τσάντα μου πάντα.
Έρχομαι στην Αθήνα, μετακομίζω στην Αθήνα και βρίσκουμε ένα σπίτι στη Φωκίωνος, στην Κυψέλη. Εκεί γύρω γύρω είναι πάρα πολλοί φίλοι. Είναι πολλοί ηθοποιοί, καλλιτέχνες, μουσικοί.
Είναι αυτά τα παιδιά που, όσο χαρούμενα και όσο γεμάτα φως είναι, πάντα θα μιλάνε γι’ αυτά τα πράγματα που πονάνε. Θα σου λένε, σε κάθε συζήτηση, πως τα νοίκια έχουν ξεπεράσει το όριο, πως δουλεύουν μία, δύο, τρεις, πέντε δουλειές από εδώ και από εκεί, απλά για να βγάζουν τον μήνα, πως τους ανήκει όλο και λιγότερος χώρος και, μέσα από αυτή τη θεατρικότητα που τους χαρακτηρίζει, νιώθεις έναν πόνο.
Έτσι, λοιπόν, μεταφορικά επανέρχεται στο μυαλό μου αυτό το βιβλίο, το Zoo. Ο ζωολογικός κήπος είναι τα κάγκελα; Είναι τα μπαλκόνια; Όχι. Μιλάω για αυτή την αίσθηση του εγκλωβισμού και του χώρου, που τη βλέπω και τη νιώθω.
Είναι όλοι αυτοί οι φίλοι, όλα αυτά τα παιδιά που αγωνίζονται. Όντως αγωνίζονται, αλλά, όπως πονάνε, έτσι έχουν και αυτό το φως που δεν τους αφήνει να φαίνονται σαν φιγούρες απλά στεναχωρημένες. Είναι φιγούρες που έχουν αυτά τα πολλά χρώματα, πολύχρωμες φιγούρες. Και εγώ, που είμαι αρχιτέκτονας, είμαι κοντά, μπορώ να πω ότι είμαι και λίγο καλλιτέχνις. Τα βλέπω και τα νιώθω ότι μου ανήκουν κι εμένα.
Σε αυτή την πόλη, λοιπόν, μου λείπουν πάρα πολλά πράγματα. Μου λείπουν οι τελετουργίες μου, τα περπατήματά μου, τα λεγόμενα my walks. Στα Τίρανα είχα κάποιους σταθμούς που καθόμουν, είχα κάποιους δρόμους που έχουν συγκεκριμένη δροσιά από συγκεκριμένα δέντρα, που πάντα θα περάσω από εκεί.
Αυτά τα πράγματα όντως μου λείπουν και, γι’ αυτόν τον λόγο, μου είναι πάρα πολύ σημαντικό να δημιουργήσω αισθήσεις που με κάνουν να νιώθω οικεία σε αυτή την πόλη. Anyway.
Ήταν μια νύχτα, λοιπόν, όταν μόλις είχα μπει στο καινούριο σπίτι. Βγαίνω στο μπαλκόνι και βλέπω έναν κύριο στο απέναντι μπαλκόνι να ξεκινάει να καπνίζει και νιώθω ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ο Βίκτορ Σκλόφσκι, που έχει γράψει αυτό το βιβλίο που έχει εξαφανιστεί, και ξεκινάει πάλι στο μυαλό μου ο αγώνας με αυτές τις φράσεις που θυμάμαι. Και πιάνω τον εαυτό μου να γελάει, γιατί λέω μάλλον αυτό το βιβλίο, που δεν θα μπορώ να το βρω ποτέ πια στη ζωή μου, θα πρέπει εγώ να το ξαναγράψω. Μόνο έτσι θα βρω ησυχία.
Παίρνω το κινητό μου, ξεκινάω να τραβάω, να κάνω ένα βίντεο. Μπαίνω μέσα στο σπίτι, ανοίγω το λάπτοπ και, πολύ ενστικτωδώς, ενώ αυτή η φράση «μου απαγόρευσες να σε πάρω τηλέφωνο, μου απαγόρευσες να σε δω, αλλά δεν μου απαγόρευσες να σε σκέφτομαι» κυκλοφορούσε στο μυαλό μου, τώρα είναι και στην οθόνη, και ξεκινάω να κάνω μια μικρή ταινία, έτσι ώστε να νιώθω εγώ οικεία, λες και διαβάζω αυτό το βιβλίο.
Την κάνω, την τελειώνω, τη στέλνω σε κάποιους φίλους και είναι η πρώτη φορά που νιώθω ότι δεν μου λείπει πια αυτό το βιβλίο.
Είναι λες και το διάβασα. Και έτσι, λοιπόν, κάνω μια ανασκόπηση και καταλαβαίνω πως, σε αυτή την πόλη που μου λείπουν πάρα πολλά πράγματα, ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορώ να νιώθω συναισθηματικά καλύτερα και πιο γεμάτη είναι να δημιουργώ τους φίλους μου όταν μου λείπουν, να δημιουργώ τα βιβλία που μου λείπουν, με αυτά τα πράγματα που έχω στα χέρια μου, που μπορώ να βρω. Και, όταν κάποιες μέρες μου λείπει το φως, πρέπει εγώ να γίνω το φως.
Συλλογή Ιστορίας: Κάθε Μία Ιστορία
Φωτογραφία / Βίντεο: Efijeni Kokedhima
Μιξάζ: Ιάσων Βογιατζής