Στο επεισόδιο ακούστηκαν τα μουσικά κομμάτια: Jazz Happy & The Dome των Supermoon
Τότε δεν μιλούσα και, να μου έλεγαν κάτι, δεν το καταλάβαινα, ούτε να απαντήσω ούτε τίποτα. Αλλά σίγουρα είχα στο μυαλό μου ότι έπρεπε να έχω συγκεκριμένο ρόλο. Να είμαι, δηλαδή, το καλό, το ήσυχο κορίτσι, που δεν αντιδρά και πολύ, που δεν μιλάει.
Και ειδικά όταν είσαι σε έναν χώρο με τόσους άντρες.
Τι να πεις; Τι να πεις;
Είσαι το καλό κορίτσι, το χαμογελαστό πάντα, πάντα. Εγώ καμιά φορά ήμουνα λίγο πιο θλιμμένη, σοβαρή. Ξέρω ’γω… Είχα άλλο συναίσθημα. Στο γραφείο μού έλεγαν:
«Τι έπαθες; Γιατί είσαι έτσι σήμερα;»
«Πώς είμαι, ρε παιδιά; Μια χαρά είμαι.»
Επειδή δεν ήμουν χαμογελαστή, γιατί έπρεπε να είμαι πάντα… Έπρεπε! Γιατί έπρεπε; Έτσι. Ξέρω εγώ; Έπρεπε να είμαι πάντα το χαμογελαστό κορίτσι.
Βγήκα σε ένα ανδροκρατούμενο επάγγελμα. Ήμασταν μία-δύο γυναίκες σε ένα αστυνομικό τμήμα κι ένα αστυνομικό τμήμα έχει λίγα άτομα. Ένα κοριτσάκι 19-20 χρονών. Να το καλοκοιτάνε όλοι, όχι εμένα μόνο, όλες τις γυναίκες.
Ούτε να αντιδράω ούτε να μιλάω, να κάνω σωστά τη δουλειά μου και να τελειώνω. Και, εννοείται, να είμαι και μέσα σε όλα.
Δηλαδή, μπορεί να έλεγαν για γκόμενες και κάπως πεταγόμουν κι εγώ, έλεγα κάτι. Μπορεί να έλεγαν για άλλα, καλά ανδρικά θέματα, τα λεγόμενα, ήθελα κι εγώ να είμαι.
Αυτά έκανα, δηλαδή, τότε τα πρώτα χρόνια στη δουλειά. Έτσι κάπως με θυμάμαι.
Συνεργάτης μου σε άλλο πόστο, αλλά κάθε πρωί μαζί, ήταν ο Παναγιώτης, ο οποίος ήταν και προπονητής πυγμαχίας. Ήταν παλιά αθλητής πολλά χρόνια και τον ήξερα από δεκαεννιά χρονών. Κάποια στιγμή, μετά από 4-5 χρόνια που τον ήξερα, είχε ανοίξει έναν μικρό χώρο.
Κι εγώ, επειδή ήμασταν κάθε πρωί μαζί, το βίωνα όλο αυτό, μου ’λεγε το ένα, το άλλο.
Μου σκάει κάποια στιγμή. Μου λέει:
«Δεν έρχεσαι να δοκιμάσεις να κάνεις προπόνηση;»
Του λέω: «Ρε συ, Παναγιώτη, τι να κάνω εγώ τώρα στην πυγμαχία; Αφού ξέρεις, εγώ ήμουνα κολυμβήτρια. Καμία σχέση, άλλη φύση του αθλήματος. Δεν τα μπορώ κι αυτά, μου φαίνονται πολύ βίαια.»
Ε, κάποια στιγμή λέω, άντε μωρέ, δεν πάω…
Οπότε σιγά-σιγά ξεκίνησε να μου δείχνει κινήσεις, διάφορα, βηματάκια, τις μπουνίτσες. Έβλεπα παράλληλα και τι έκανε με τους άλλους και μου άρεσε πάρα πολύ. Αυτό ήταν. Μετά ξαναπήγα, ξαναπήγα και την επόμενη μέρα και συνέχισα.
Ώσπου, μια μέρα, είχαν περάσει ήδη σχεδόν δύο χρόνια.
Ήμαστε στο 2016. Ήταν κάπου Σεπτέμβρης, έτσι σαν αρχή της σεζόν που ξεκινάνε οι προπονήσεις. Μου λέει ο Παναγιώτης:
«Λοιπόν, λέω φέτος να πάμε στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα.»
«Εντάξει», λέω. Δεν καταλάβαινα καν τι μου έλεγε, δεν είχα ιδέα. Εγώ δεν είχα παίξει ποτέ επίσημο αγώνα.
Όσο περνούσε ο καιρός, το έπαιρνα κι εγώ απόφαση. Εντάξει, η ψυχούλα μου το ’ξερε μέχρι να φτάσουμε εκεί, αλλά έτσι που δουλεύαμε μου άρεσε.
Και φτάνει ο Δεκέμβριος.
Θυμάμαι, οι αγώνες, το πρωτάθλημα, ήταν εδώ στην Αθήνα.
Η πρώτη μέρα ήταν που θα πηγαίναμε όλοι οι αθλητές σε ένα ξενοδοχείο για τη ζύγιση και μετά γίνεται η κλήρωση για τους αγώνες. Ποιος θα παίξει με ποιον.
Όταν έγινε η κλήρωση και έμαθα ποια είναι… Την είδα. Ήταν δύο τραπέζια πιο δίπλα. Ήταν μια τύπισσα με μαύρα μαλλιά, έτσι, με πολλά τατουάζ. Έδειχνε πολύ άγρια. Και λέω: «Αμάν, τι είναι αυτή τώρα;»
Δεν ξέρω, είχα ψαρώσει, η αλήθεια είναι.
Και ήρθε η ώρα να πάμε πάλι στη Δροσιά, που ξεκινούσε το πρωτάθλημα και θα ήταν ο αγώνας μου. Φτάνουμε εκεί στο γήπεδο, μπαίνω μέσα, βλέπω το ρινγκ μες στη μέση, ήταν τεράστιο ρινγκ. Μου λέει:
«Είδες πόσο χώρο θα έχεις να κινείσαι; Δεν είναι όπως το γυμναστήριο;»
Μα εγώ δεν είχα ξανανέβει σε τέτοιο ρινγκ! Ήταν φοβερό, πρώτη φορά που θα ανέβαινα σε ρινγκ αγώνων.
Μου λέει: «Πήγαινε, άλλαξε.»
Καλά, στην πυγμαχία φοράμε κάτι φαρδιά ρούχα για να είμαστε άνετοι, αλλά ο Παναγιώτης είχε στολές για αγόρια, δεν είχε λίγο πιο μαζεμένα να τα βάλω εγώ. Βέβαια, εντάξει, είχα τις πλάτες μου, είχα τα κιλά μου. Δεν ήταν ότι είμαι καμιά μικροσκοπική και μου έδωσε ένα σορτσάκι που έδενε και λέμε, εντάξει, οκ.
Τέλος πάντων, πάω, το φοράω, φοράω και το από πάνω, που είναι σαν αμάνικη φανέλα. Μου το έπιασε πίσω με μια ταινία, σαν μονωτική λευκή ταινία, μου το έδεσε για να μου είναι πιο σταθερό. Μα έφευγε! Κάλτσες δεν είχα, που φοράνε μέχρι το γόνατο. Μου είχε δώσει τις δικές του. Με είχε ρωτήσει την ίδια μέρα.
Μου λέει: «Έχεις κάλτσες τέτοιες;»
«Πού να τις έχω; Πού να τις φορέσω;»
Είχα τα πυγμαχικά μου παπούτσια, έβαλα και τις κάλτσες εκεί μέχρι το γόνατο, που φτάνουν, για να είναι και ζεστές οι γάμπες και να δείχνει πιο ωραίο. Ωραίο, τώρα, τι ωραίο με τα φαρδιά εκεί; Τέλος πάντων.
Ξέρουμε πότε θα παίξουμε, είναι με τη σειρά οι αγώνες. Ξέρουμε τα ζευγάρια. Βάζω το μασελάκι, μου βάζει και την κάσκα και νιώθω εκτεθειμένο όλο το πρόσωπο. Μου λέει: «Μην ανησυχείς, μια χαρά είναι, ό,τι πρέπει.»
Και είμαι εκεί, να μου δένει την κάσκα ο Παναγιώτης, να μου λέει: «Είναι σφιχτή;»
«Ναι, ναι», του λέω. «Λύσ’ τη λίγο, δεν μπορώ!» Γιατί, προφανώς, ήταν και το ψυχολογικό. Δεν μπορούσα να με πιέζει τίποτα εκείνη την ώρα και εξωτερικά, αφού είχα όλο το εσωτερικό μέσα μου.
Πάμε λίγο πιο μπροστά από εκεί που είναι το ζέσταμα, στον αγωνιστικό χώρο. Κοιτάμε τον προηγούμενο αγώνα και καταλαβαίνω ότι, τέλος, δεν μπορώ να κάνω βήμα πίσω. Ήρθε η ώρα μου, θα παίξω.
Προχωράει μπροστά ο Παναγιώτης, προς τη γωνία που είμαστε, και πάω κι εγώ από πίσω του και ανεβαίνω και περνάω τα σχοινιά και στέκομαι στη γωνία.
Και εκείνη την ώρα νιώθω απόλυτα εκτεθειμένη σε όλο τον κόσμο που είχε έρθει να δει αγώνες. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. Περιμένω απλά το σφύριγμα και σφυρίζει και αρχίζει και αρχίζουμε και παίζουμε τις μπουνιές μας.
Προσπαθώ να είμαι συγκεντρωμένη. Ακούω πάρα πολύ τη φωνή του Παναγιώτη. Ακούω μόνο αυτόν.
Ο πρώτος γύρος ήταν καλός. Ένιωσα ότι έδωσα μπουνιές και λέω, κάτι έκανα, και πάμε στο τάιμ μετά τον πρώτο γύρο και βλέπω τον Παναγιώτη ότι είναι ενθουσιασμένος! Μια χαρά. Μου δίνει οδηγίες, μου δίνει λίγο νεράκι. Βαθιές ανάσες. Πάμε πάλι.
Ο δεύτερος γύρος ακόμα καλύτερα. Εννοείται τρώω και τις μπουνιές μου, εννοείται πάω και στριμώχνομαι στα σχοινιά.
Έφευγα, μετά τον άκουγα: «Φύγε, φύγε από εκεί, φύγε από εκεί.»
Μου έδινε οδηγίες: «Ένα-δύο.»
Όταν καταλαβαίνεις ότι πας καλά και δίνεις τις μπουνιές σου, νιώθεις ακόμα πιο σίγουρη για τις επόμενες μπουνιές που θα δώσεις. Δεν φοβάσαι πλέον ότι θα φας μπουνιά. Έχεις φάει ήδη μπουνιές.
Δεύτερος γύρος, τρίτος γύρος, δηλαδή είμαι μετά τον τρίτο γύρο και καταλαβαίνω ότι δε γίνεται να χάσω αυτόν τον αγώνα. Δε γίνεται!
Και μπαίνω στον τελευταίο γύρο. Με φόρα, όμως, δεν κρατιόμουν! Ήθελα να μπω, να δώσω μπουνιές.
Και μπαίνω στον τελευταίο γύρο. Δύο λεπτά, λέω, είναι δύο λεπτά. Αυτό είναι, αυτό έχεις, τίποτα άλλο. Μετά τελειώνουν όλα! Μπαίνω, δίνω, δεν ξέρω πόσες μπουνιές έδωσα. Θυμάμαι ένα βιντεάκι που έχω κάνει ένα εξάρι-τεσσάρι ντιρέκτ, που είναι τα ίσια χτυπήματα, και είναι όλο στο κεφάλι της.
Και σε αυτό το βιντεάκι φαίνεται το κεφάλι της αντιπάλου μου, που είχε και μαζεμένα τα μαλλιά της κοτσίδα, να πηγαίνει η κοτσίδα πέρα-δώθε κι εγώ να πηγαίνω μπροστά και να μην σταματάω, να μη σταματάω και να πηγαίνω από ’δω, να χοροπηδάω, εννοώ τα βηματάκια, τα πηδηματάκια, να πηγαίνω από ’δω, από ’κει, με κάθε ευκαιρία να δίνω μπουνιά, να τρώω και από καμιά, οκ, ανάσες, μπουνιές, μπουνιές, μπουνιές και να περιμένω, να καταλαβαίνω ότι το δίλεπτο τελειώνει, αλλά να μη σταματάω.
Και περιμένω, περιμένω, περιμένω και σφυρίζει, σφυρίζει και έχει τελειώσει το παιχνίδι.
Πάμε στον διαιτητή και μου σηκώνει το χέρι! Μου σηκώνει το χέρι κι εγώ, από την έκσταση, σηκώνω και το άλλο και πανηγυρίζω!
Κι όπως γυρίζω και έχω και τα δυο χέρια, αγκαλιαζόμαστε με την αντίπαλό μου, γιατί έτσι είναι το σύνηθες και είναι και πολύ ωραίο. Εκείνη την ώρα κάναμε μια πολύ ωραία αγκαλιά. Και πάω στον Παναγιώτη και, εντάξει, έγινε χαμός. Τέτοια χαρά. Χοροπηδούσαμε!
Ο αθλητισμός, ο πρωταθλητισμός, είναι τεράστια ενδυνάμωση. Το να έχεις καταφέρει πράγματα στη ζωή σου, τόσο έντονα πράγματα, που δεν πίστευες ούτε εσύ η ίδια ότι θα μπορούσες να καταφέρεις, με έναν μαγικό τρόπο, χωρίς να το καταλαβαίνεις, σου δίνουν μεγάλη δύναμη.
Επειδή είχα, έχω, τέτοια θέση στη δουλειά και είμαστε λίγα άτομα εκεί που υπηρετώ, δεν έχω δεχθεί επίθεση κάποια επιτόπου, κατά πρόσωπο, να με προσβάλουν πολύ άσχημα. Απλά είναι λίγο… Γενικότερα, τα σχόλια τα καταλαβαίνεις από γενικότερες συζητήσεις… Έτσι, γενικά, σκηνικά διάφορα συμβαίνουν.
Είχα έναν προϊστάμενο, ο οποίος έτσι έχει μάθει, έτσι είναι η γενιά του, να το παίζει γκόμενος, δεν ξέρω, αλλά, εννοείται, ότι πάνω απ’ όλα παίζει ρόλο το θέμα της εξουσίας. Όταν κάποιος έχει εξουσία πάνω σου, θεωρεί ότι μπορεί να σε κάνει ό,τι θέλει. Και επειδή στην αστυνομία παίζει ρόλο η ιεραρχία για το καθετί, θεωρούν οι ανώτεροί μας ότι μπορούν να μας μιλάνε όπως θέλουν, πόσο μάλλον σε εμάς τις γυναίκες.
Αυτό που συνέβαινε συνέχεια ήταν να είμαι στον υπολογιστή, καθισμένη, κι αυτός να έρχεται δίπλα μου, όρθιος, και να λέω: «Υπάρχει κάτι να διαβάσετε;» και αυτός κολλούσε πάνω μου. Καταλαβαίνεις, όταν είναι όρθιος ο άλλος κι εσύ κάθεσαι, σε ποιο ύψος του σώματός του είσαι. Δε γινόταν τυχαία αυτά. Κολλούσε πάνω μου κι εγώ, από ένα σημείο και μετά, έκανα έτσι… Δηλαδή, με τα χέρια μου και το σώμα μου στηριζόμουν στο γραφείο κι έκανα πιο κει. Είναι αυτό το τόσο-όσο να σε φέρει σε δύσκολη θέση, αλλά να μην μπορείς να πεις κάτι. Και τι να πεις; Και σε ποιον να το πεις αυτό; Να πας να πεις στους άντρες συναδέλφους σου: «Ήρθε κοντά μου και μου είπε αυτό.» Θα ακούσω: «Εντάξει, μωρέ, τώρα, μήπως το παρεξήγησες; Μην είσαι υπερβολική.» Ή και το άλλο: «Αφού τον ξέρεις, έτσι είναι. Δεν με νοιάζει!»
Έτσι είναι, ρε παιδιά; Τι σημαίνει «έτσι είναι»;
Να το αφήσω έτσι;
Κατά καιρούς, ο συγκεκριμένος, είτε στο τηλέφωνο είτε στο γραφείο του, μου έλεγε διάφορα τύπου «μωρό», τύπου «αγάπη». Και απέφευγα να απαντήσω.
Και μια μέρα. Είμαι στο γραφείο. Είναι η ώρα να σχολάσω και είναι αυτός εκεί μέσα. Και είναι και τρεις άλλοι συνάδελφοι και σηκώνομαι να φύγω και μου λέει, μπροστά σε όλους, μπροστά στους άλλους: «Πού πας, μωρό;»
Και εκεί μου χτύπησε. Σε κλάσματα δευτερολέπτου σκέφτηκα ότι όχι. Αυτή τη φορά δε θα το αφήσω να περάσει έτσι!
Δηλαδή, το έχω ανεχτεί, το έχω καταπιεί, το έχω καταπιέσει μέσα μου, όταν μου το έχει πει όταν είμαστε οι δυο μας, αλλά μπροστά και σε άλλους, για να δείξει την εξουσία του, και μπροστά στους άλλους… Και γυρίζω και του απαντάω. Και του λέω:
«Θέπη με λένε. Είμαι 32 χρονών και είμαι ανθυπαστυνόμος.»
Και απλά σηκώθηκα και έφυγα. Από τότε δεν με ξαναείπε έτσι.
Παλιότερα δεν ερχόμουν σε αντιπαράθεση. Ήταν σαν να μην ήξερα κιόλας τι να πω και πώς να υπερασπιστώ κάποια άλλη γυναίκα, κάποιο σχόλιο που θα γινόταν για κάποια γυναίκα, αλλά αργότερα αλλιώς αναπτύχθηκε η προσωπικότητά μου και με βοήθησε πάρα πολύ όλη αυτή η ζωή που είχα και εκτός δουλειάς.
Η πυγμαχία με βοήθησε στο να πάρω ακόμα μεγαλύτερη δύναμη για το ποια είμαι. Και να πατάω στα πόδια μου.
Συλλογή Ιστορίας: Κάθε Μία Ιστορία
Φωτογραφία / Βίντεο: Ξένια Τσιλοχρήστου
Μιξάζ: Ιάσων Βογιατζής